
Διαβάζω σε άρθρο του Θανάση Καρτερού στην εφημερίδα «Αυγή» της 24ης Ιουνίου 2010:
Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν λοιπόν. Η απεργία είναι δικαίωμα, αρκεί να μην ενοχλεί κανέναν και κυρίως τα αφεντικά και την κυβέρνηση. Επίσης να μην κριθεί παράνομη και καταχρηστική. Επίσης να μην περιφρουρείται. Επίσης να συμφωνούν μ’ αυτή τουλάχιστον κάνα δυο μεγάλα ΜΜΕ. Και τελικώς αρκεί να μην ασκείται…
Κι εγώ που, μάταια, νόμιζα πως ο πλούτος της ελληνικής γλώσσης ήτο ικανός να αποτυπώσει λεκτικώς τα πάντα…
Φευ!
Για ποια απεργία μιλάμε; Τι πάει να πει «απεργία», δηλαδή;
Έχουμε, λέει, ΔΝΤ. Έχουμε την τρόικα, έχουμε τα χρέη μας, τα ελλείμματά μας, το χάλι μας το μαύρο, γενικότερα.
Και η πλειοψηφία δεν απεργεί.
«Αντίσταση του καναπέ» την ονομάζουν κάποιοι. Εύκολα λόγια ενός παλαιοντολογικού θεωρητισμού που έχει κατακερματίσει τις πολιτικές δυνάμεις σε χίλιες δυο ιδεολογίες. Δογματικές, προοδευτικές, φιλελεύθερες, συντηρητικές, κινηματικές, ριζοσπαστικές, και ένα σωρό άλλες – ακαταλαβίστικες, μεν, μα κυρίως μη χρονικά συμβατές.
Κούφιες ιδεολογίες.
Πώς να απεργήσει δηλαδή ο ιδιωτικός υπάλληλος; Θα βρεθεί στον δρόμο την ίδια στιγμή.
Πώς να απεργήσει ο ελεύθερος επαγγελματίας; Ο έμπορος; Δεν έχει την πολυτέλεια. Πεινάει. Οι επιταγές τρέχουν. Το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ, η εφορία, τα δάνεια, οι κάρτες. Τον έχουν εξουθενώσει τόσα χρόνια όλοι, πανταχόθεν.
Πώς να απεργήσει ο βιοτέχνης, ο βιομήχανος; Α, ξέχασα. Αυτοί είναι το κεφάλαιο. Κανείς δεν τους λυπάται όμως όταν κλείνουν τις βιοτεχνίες και τα εργοστάσιά τους, πιεζόμενοι από την εκάστοτε οικονομική συγκυρία. Μόνο οι καημένοι οι εργαζόμενοι έχουν τα δίκαια τους. Το κεφάλαιο είναι πάντα κακό. Το έγραψε πρώτος ο Μαρξ – άρα, έτσι θα είναι.
Έχετε προσέξει ποιοι απεργούν παραδοσιακά στην Ελλάδα;
Δεν μιλάω για τους υποκινούμενους του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ που προσπαθούν να κάνουν αντάρτικο με παλαιολιθικούς όρους μέσα σε ένα σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Για τους άλλους λέω, τους –και καλά– «υπερκομματικούς». Αυτούς που, πολύ εύκολα, μπορούν να διακριθούν σε δύο μόλις κατηγορίες:
Όσους απολαμβάνουν την εργασιακή μονιμότητα – λέγε με δημόσιο υπάλληλο, γιατρό, δάσκαλο, κ.λπ. Απεργούν πάντα γιατί ζητούν μεγαλύτερες απολαβές, γιατί γκρινιάζουν για τις περικοπές ή γιατί προσδοκούν νέες προσλήψεις –τάχα μου αλληλεγγύη στους νέους και αδικημένους– ώστε να δουλεύουν, πρακτικά, λιγότερο.
Όσους προσδοκούν την εργασιακή μονιμότητα – λέγε με συμβασιούχο, ωρομίσθιο, αναπληρωτή, stager, κ.λπ. Αυτοί θεωρούν υποχρέωση του κράτους να τους προσλάβει, μιας και την περίοδο που σπούδασαν αυτό που σπούδασαν, τους είχαν τάξει μόνιμους λαγούς με μόνιμα πετραχήλια.
Στην παραπάνω κατηγορία πρέπει να εντάξω, όμως, και δύο ακόμη ομάδες:
(α) τους απανταχού επιδοτούμενους (βλ. αγρότες). Ετήσια επιδότηση = εργασιακή μονιμότητα.
(β) Τους ήδη (ή προσεχώς) απολυμένους. Αυτοί θεωρούν την ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ θέση εργασίας θεμελιώδες δικαίωμα, κάτι σαν τη θέση που έπιασες στο λεωφορείο και δεν δικαιούται να σου πάρει κανείς.
Το Σύνταγμα της Ελλάδας προβλέπει, σε δύο πολύ σημαντικά άρθρα του, το δικαίωμα στην εργασία και το δικαίωμα στην απεργία.
Για την εργασία, λοιπόν, ορίζει (α. 22):
Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
Κοινώς, αν δε μπορώ να σε κρατήσω σε μία συγκεκριμένη θέση, πρέπει να φροντίσω να έχεις ίσες ευκαιρίες ώστε να μπεις κάπου αλλού. Σωστό.
Αντίστοιχα για την απεργία, ορίζει (α. 23):
Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ' αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου.
Κοινώς, διαμαρτυρήσου όσο θες, αλλά μην παρανομείς. Σωστό.
Άρα, οδηγούμαστε στα εξής εύλογα συμπεράσματα:
Δικαίωμα όλων να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, απαιτώντας νέες προσλήψεις προσωπικού και αυξήσεις. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να αρνείται μιας και κανείς δεν υποχρεώνεται σε καταναγκαστική εργασία (κάτι που προβλέπεται επίσης από το Σύνταγμα). Αν θεωρούν ότι μπορούν καλύτερα, ιδού η Ρόδος.
Δικαίωμα όλων να διεκδικούν τη μονιμότητά τους. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να αρνείται μη δυνάμενη – ειδικά σε μια τέτοια δύσκολη οικονομικά συγκυρία.
Δικαίωμα όλων να διεκδικούν επιδοτήσεις. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να αρνείται να συντηρούνται ομάδες εργαζομένων πολλαπλών ταχυτήτων, ενισχύοντας άλλωστε τις ταξικές αντιθέσεις. Γι' αυτό πουλήσαμε την Ολυμπιακή και τον ΟΤΕ, άλλωστε. Θυμάστε;
Δικαίωμα όλων να διεκδικούν τις παλιές χαμένες θέσεις τους. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να λειτουργεί σύννομα.
Γκρινιάζουν λοιπόν οι απεργοί, γκρινιάζει κι η κοινωνία.
Γιατί;
Πιο πριν είχαμε τους αγρότες. Τους γιατρούς. Τώρα ταλαιπωρούνται οι τουρίστες. Κλείνουν τα λιμάνια, δυσφημείται η χώρα. Ζημιώνονται οι επιχειρήσεις που απασχολούν κι αυτές με τη σειρά τους άλλους εργαζόμενους (αλλά αυτοί, είπαμε, είναι το κεφάλαιο – δεν μας ενδιαφέρουν, να κόψουν το λαιμό τους).
Είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι κατά της απεργίας. Μα δεν είμαι σίγουρος για το τι σημαίνει, πια, «απεργία».
Η απεργία (πρέπει να) έχει την έννοια της «όχλησης», όχι την έννοια της «διάλυσης».
Συνηθίζω να λέω ότι αν θεωρείς ότι έχεις δίκιο σε κάτι, ο τρόπος δράσης/αντίδρασης μπορεί να αναιρέσει κάλλιστα αυτό το δίκιο σου. Αν, φερειπείν, δεν ξεκινάει ο μπροστινός μου στο φανάρι γιατί βάφει τα νύχια του, μπορώ –ενδεχομένως– να κορνάρω για να τον ξυπνήσω, παρότι παραβιάζω ελαφρώς τον ΚΟΚ. Αν, όμως, ανοίξω την πόρτα και τον σκοτώσω, δε νομίζω να μου δώσει δίκιο κανείς.
Πώς, λοιπόν, όταν μια χούφτα απεργών, με δίκαια ή άδικα αιτήματα, καταλύει το κράτος και την συνοχή του κοινωνικού ιστού, μπορεί να βρει το δίκιο της;
Δε μπορεί.
Αλλά οι «θεωρητικοί του καναπέ» με τις κούφιες ιδεολογίες, πιστεύουν ότι μπορεί.
Γιατί έτσι τους είπαν. Κι αυτοί τους πίστεψαν.
Δεν έχει σημασία αν καταλύονται οι νόμοι της ελεύθερης διακίνησης, της παρακώλυσης των συγκοινωνιών. Δεν έχει σημασία αν ζημιώνονται άλλοι κλάδοι από τις κινητοποιήσεις τους, έμμεσα ή άμεσα (ακτοπλοΐα, ξενοδοχειακός κλάδος, τουριστικά και εμπορικά καταστήματα, η σίτιση ή τα καταστήματα διασκέδασης).
Σημασία έχει μόνον η επίτευξη του ιερού, κομματικού, δογματικού στόχου.
Η ανθρώπινη απόγνωση, στη μεγαλύτερη επαναλαμβανόμενη εκμετάλλευση και χειραγώγηση της ιστορίας.
Η προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες, όμως, είναι η μέγιστη αρετή της αυτοσυντήρησης.
Όταν προσαρμοστούμε ΟΛΟΙ και ξεκινήσουμε να απαιτούμε ΟΛΟΙ για ΟΛΟΥΣ, η επόμενη μέρα θα ξημερώσει πιο όμορφη και πιο ελπιδοφόρα. Όσο γκρινιάζουμε για να διαφυλάξουμε τον εαυτό μας, αδιαφορώντας για τον κοινωνικό αντίκτυπο και τις «παράπλευρες απώλειες», αυτή η χώρα δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.
Δεν έχω καμία πίστη, πια.
Δεν μου φταίνε οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις και τα κόμματα. Ούτε τα μικρά, ούτε τα μεγάλα.
Μου φταίει το βρώμικο DNA που κουβαλάει ο Έλληνας. Το DNA της εγωπάθειας και της αναλγησίας.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "blah.blah" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
