Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*[Καθημερινή]«Ο καθένας μπορεί να θυμώσει· είναι εύκολο. Αλλά να θυμώσεις με τον σωστό άνθρωπο, στον σωστό βαθμό, για τον σωστό λόγο, τη σωστή στιγμή και με τον σωστό τρόπο, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο».ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
«Ηθικά Νικομάχεια», 1109α26-29Το πλήθος είναι πολύχρωμο, αντιφατικό, ετερόκλητο. Η ατμόσφαιρα «καρναβαλική»: στον προβλέψιμα αποστειρωμένο λόγο της Βουλής αντιπαρατίθεται «διαλογικά» η άναρθρη κραυγή, το αποδοκιμαστικό σφύριγμα, το αγενές «ουστ», το γηπεδικό χυδαιολόγημα, η απαξιωτική μούντζα. Αυτή και μόνο η χειρονομία δείχνει το μέγεθος της θεσμικής απαξίωσης που επήλθε στη χώρα: την υψωμένη γροθιά άλλων εποχών διαδέχθηκε η παλινδρομικά κινούμενη παλάμη!
Το πλήθος εκφράζει κυρίως τα αισθήματά του, ιδιαίτερα την οργή του. Αυτό που ενώνει τους «Αγανακτισμένους» δεν είναι τόσο μια πολιτική πλατφόρμα όσο ένα συναίσθημα - θυμός. Συλλογικός θυμός για την κατάντια της χώρας, ατομική οργή για τον βίο που γίνεται αβίωτος. Το σύνθημα που περισσότερο απ’ όλα ηλεκτρίζει τα πλήθη είναι «κλέφτες, κλέφτες». Το φωνάζουν με ένταση και θυμό, μουντζώνοντας παθιασμένα το κοινοβούλιο. Μερικοί αρθρογράφοι όχι μόνο χλευάζουν τα συχνά αφελή και ανεπεξέργαστα συνθήματα του πλήθους, αλλά τα απαξιώνουν ηθικά. Οι «Αγανακτισμένοι» εγκαλούνται για αδιαφορία, ακόμα και συμμετοχή στις ιδιοτελείς και φαύλες πρακτικές που βαθμιαία οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Ο αναπόφευκτος κ. Πάγκαλος χλεύασε, ως συνήθως, τους «Αγανακτισμένους» ότι επιδίδονται σε «ανώδυνη και αναποτελεσματική εκτόνωση»! Τόσο καταλαβαίνει...
Οι επικριτές των «Αγανακτισμένων» εμφορούνται από μια ψευδο-ορθολογική νοοτροπία. Δέχονται σιωπηρά ότι, πρώτον, μόνον ηθικά άμεμπτοι άνθρωποι μπορούν να διαμαρτύρονται (!) και δεύτερον, ότι τα άτομα είναι a priori θεματοφύλακες του κοινού καλού. Και οι δύο παραδοχές είναι απλοϊκές: ελαύνονται από μια αφελώς κανονιστική προδιάθεση και μια απλοϊκή ανθρωπολογία.
Αν μόνον ηθικά άμεμπτοι άνθρωποι μπορούν να εγκαλούν τους κυβερνήτες τους λ.χ. για κλοπή δημόσιου πλούτου, τότε είναι αμφίβολο αν θα μιλούσε κανείς, αφού ελάχιστοι είναι οι ηθικά άμεμπτοι. Οι Αιγύπτιοι που ξεσηκώθηκαν κατά του Μουμπάρακ δεν είχαν, άραγε, συμβιβαστεί με το καθεστώς για δεκαετίες; Το ίδιο, μήπως, δεν ίσχυε και για τα πλήθη των αντικομμουνιστικών εξεγέρσεων το 1989;
Το πρόβλημα με την άποψη αυτή είναι ότι αντιλαμβάνεται το άτομο ως ένα πλατωνικό υποκείμενο, το οποίο ζει εκτός κοινωνίας και ιστορικού χρόνου, όπου μόνο κανονιστικού τύπου ερωτήματα τίθενται. Το άτομο που εμπειρικά γνωρίζουμε, όμως, είναι ένα γήινο ον, με βιοτικές ανάγκες, δεκτικό κινήτρων και κυρώσεων, που ζει τη σύντομη ζωή του σε ιστορικά δεδομένους θεσμούς, στη λειτουργία των οποίων αναπόφευκτα προσαρμόζεται.
Αν ο κυρίαρχος τρόπος για να τύχει καλής ιατρικής φροντίδας το παιδί μου στο ΕΣΥ είναι να δώσω «φακελάκι» στον θεράποντα γιατρό, μάλλον θα το κάνω. Αυτό απομειώνει βεβαίως την ηθική υπόστασή μου ως πολίτη, αλλά η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι η μόνη ιδιότητα που έχω. Στον πεπερασμένο, αντιφατικό, και ατελή κόσμο που ζω η συμπεριφορά μου σμιλεύεται από τους θεσμούς που με περιβάλλουν.
Ο πραγματιστικός κομφορμισμός μου δεν σημαίνει ότι έχω χάσει απαραίτητα την ηθική φωνή μου. Το αντίθετο. Επειδή έχω βιώσει την αναξιοπρέπεια, ξέρω τι σημαίνει ταπείνωση. Το ότι, ιστορικά, είμαι μέρος τους «συστήματος», δεν σημαίνει ότι δεν έχω λόγους να είμαι θυμωμένος μαζί του. Στρεφόμενος κατά του «συστήματος», μέμφομαι εμμέσως και τον εαυτό μου, κάνω μια κίνηση να υπερβώ τη μέχρι τώρα συμβιβασμένη ύπαρξή μου. Η διαμαρτυρία μου -έστω άναρθρη και καρναβαλική- είναι μια δημόσια προσπάθειά μου να ανακτήσω, από κοινού με τους άλλους, την ηθική υπόσταση που παραμέλησα στην τριβή τα ζωής. Ξαναγίνομαι εν δυνάμει έλλογο υποκείμενο, όχι απλός διεκπεραιωτής βιοτικών αναγκών.
Ο θυμός μου εναντίον των φαύλων πολιτικάντηδων είναι ένας τρόπος εμπλοκής μου με τον κόσμο. Η αθλιότητα της χώρας με κάνει να είμαι οργισμένος με αυτούς που δεν υπεράσπισαν το δημόσιο συμφέρον ως όφειλαν. Ο Αριστοτέλης μου θυμίζει ότι υπάρχουν στιγμές που είναι ανόητο να μην είσαι θυμωμένος, όχι μόνον γιατί το απαιτεί η κατάσταση στην οποία έχεις περιέλθει, αλλά και γιατί διαφορετικά απαξιώνεις τον εαυτό σου ως έλλογο ον. Ο θυμός μου μπορεί να στρέφεται κατά άλλων, αλλά στην ουσία μετασχηματίζει εμένα τον ίδιο: τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο. Εκφράζοντας την οργή μου συνειδητοποιώ τι βαθιά με ενοχλεί και ξαναβρίσκω την αξιοπρέπειά μου· ενισχύω την ικανότητά μου να είμαι ένας δρων πολίτης.
Το σημαντικό στις συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων» δεν είναι τα όποια αφελή συνθήματα ή οι γηπεδικές κραυγές, αλλά η ίδια η ύπαρξή τους, η οποία μεταβάλλει συνειδήσεις και συνιστά ένα καινοφανές πολιτικό γεγονός. Ολοι γνωρίζουμε ότι το δράμα που ζούμε είναι στον πυρήνα του βαθιά αξιακό-πολιτικό. Η πολιτική σταθερότητα και διεύθυνση που απεγνωσμένα χρειάζεται η χώρα δεν θα επιτευχθεί όσο οι όποιες νεωτερικές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος δεν «διαλεχθούν» με τη λαϊκή οργή· όσο δεν βρουν τρόπο να τη μορφοποιήσουν πολιτικά και να τη μεταβολίσουν σε νέα πρόσωπα, θεσμούς και αξίες.
Ακόμα κι αν η διαμαρτυρία των «Αγανακτισμένων» φαίνεται αντικοινοβουλευτική, στον πυρήνα της δεν είναι. Το σύνθημα να «να καεί το μπ... η Βουλή» δεν στρέφεται τόσο κατά της Βουλής ως θεσμού, όσο κατά αυτών που κυρίαρχα ενσαρκώνουν-συμβολίζουν εδώ και χρόνια τον θεσμό. Οσο η Βουλή στη συνείδησή μας ταυτίζεται με τον Σιούφα και τον Πετσάλνικο, τον Χατζηγάκη και τον Τσοχατζόπουλο, τον Βουλγαράκη και τον Τσουκάτο, τόσο θα δυσκολευόμαστε να τη δούμε διαφορετικά. Το σημαντικό είναι να δούμε ολόκληρο τον κύκλο: το πλήθος μουντζώνει σήμερα αυτούς που απαξίωσαν τον θεσμό χθες. Από αυτό τον φαύλο κύκλο πρέπει να βγούμε.
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
Στο παρελθόν δημοσίευσα διάφορες παρόμοιες απαντήσεις προς τους... απιστούντες ή δυσπιστούντες, όπως αυτή του Σταύρου Λυγερού:
Είναι αξιοσημείωτη η εμφανής τάση των ελίτ να υποτιμήσουν ή και να διαστρεβλώσουν το κίνημα των «Αγανακτισμένων». Το κατηγορούν ότι τα συνθήματά του είναι αφελή και όχι «πολιτικώς ορθά». Το κατηγορούν ακόμα και για το γεγονός ότι δεν έχει εναλλακτική πολιτική πρόταση! Είναι γελοίο να ζητάς από ένα αυθόρμητο λαϊκό συλλαλητήριο ακριβοζυγισμένα συνθήματα και πολιτικές προτάσεις. Οι «Αγανακτισμένοι» δεν είναι κόμμα με θέσεις, που διεκδικεί την ψήφο. Είναι ένα ετερόκλητο ποικιλόχρωμο κίνημα διαμαρτυρίας. Απλοί άνθρωποι κατηγορούν την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα, επειδή τους καταστρέφει ή απειλεί να τους καταστρέψει τη ζωή. Τόσο απλό και τόσο καταλυτικό.
...της εφημερίδας "Παρόν της Κυριακής":
...το να φθάσουν στο σημείο βουλευτές και ηγεσίες να μιλούν για αμφισβήτηση του πολιτεύματος και ότι προσβάλλουν τέτοιες ενέργειες το Κοινοβούλιο, τον ναό της Δημοκρατίας, ξεπερνάει και το τελευταίο ίχνος της λογικής... Ο κόσμος δεν στρέφεται κατά της Βουλής. Φωνάζει, διαμαρτύρεται, αποδοκιμάζει εκείνους που τον ξεγέλασαν, τον εξαπάτησαν. Άλλα του υποσχέθηκαν και άλλα κάνουν. Άλλα ψήφισε και άλλα γίνονται. Και γι’ αυτό κάποιοι φταίνε. Οι βουλευτές που συναίνεσαν δεν είναι αθώοι του φόνου... Έχει ο πολίτης άλλο τρόπο να στείλει την αγανάκτησή του; Την απελπισία του; Ας μην τα θέλουν οι πολιτικοί μας όλα δικά τους. Και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο......του δικηγόρου Ν. Παραδείση:
Και η συγκέντρωση αυτή, τουλάχιστον οπτικά και στο επίπεδο του συμβολικού, αυτό κατέδειξε. Νέους ανθρώπους, διψασμένους από πάθος για ζωή. Πόθος να σχετιστούν με τους άλλους, έτσι αυθόρμητα, όπως συμβαίνει σε κάθε ερωτικό κάλεσμα. Καμία αυθεντική γνώση, καμία αγεληδόν συμπόρευση, κανένας ιδεολόγος με σύνδρομο φατρίας, κυρίαρχου νάρκισσου.και τη... δική μου (να παινέψω το σπιτικό μου):
ΝΑΙ, έπρεπε να είχαμε βγει στους δρόμους νωρίτερα. Πολύ νωρίτερα. Δε μιλάω για μήνες, αλλά για χρόνια πίσω! ΝΑΙ, κάποιοι από εμάς λάδωσαν κάποιον άλλον. Όχι όλοι, αλλά πολλοί, μπορεί και οι περισσότεροι. Και τι σημαίνει αυτό; Πολλοί από εμάς γλυκάθηκαν και έβαλαν το δάχτυλο στο μέλι. Με τόση διαφθορά και βρώμα στη χώρα, δεν είναι και δύσκολο κάτι τέτοιο. Και τι σημαίνει αυτό; επαναλαμβάνω. Σημαίνει ότι αφού ουδείς είναι αναμάρτητος, πρέπει να βγάλουμε το σκασμό; Πρέπει τώρα, που επιτέλους σηκώσουμε τα πισινά μας από τον καναπέ, να νιώσουμε ένοχοι και να γυρίσουμε πάλι πίσω; Δηλαδή, κατά την ισοπεδωτική λογική του γκρινιάρη, όποιος έχει κάνει λάθη δεν έχει δικαίωμα να τα αφήσει πίσω και να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον. Μάλιστα.
Περισσότερο, όμως, από όλες τις απαντήσεις, προς όσους προσπαθούν να μειώσουν την αξία του κινήματος (ή πιστεύουν όντως και οι ίδιοι στην ασημαντότητά του), μου άρεσε αυτή που δημοσιεύω τώρα (του Χ. Τσούκα), γιατί είναι περισσότερο ολοκληρωμένη...
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Wake up" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

