Το μαντήλι ήταν κόκκινο πάνταΔεν είναι ο θάνατος, αυτός είναι όρος απαράβατος όπως η στροφορμή στην περιδίνηση και η αδράνεια στα φυσικά σώματα. Δεν είναι αυτός που τυραννεί. Αυτόν τον εκλογικεύεις ή τον σπρώχνεις στην ανεξέλεγκτη επικράτεια της υπερβατικής ελπίδας. "Πήγε με τα χρόνια του" ή "Παίρνει γρήγορα ο θεός αυτούς που αγαπάει" ή "Τουλάχιστον δεν πόνεσε", έχει τόσα έτοιμα ιατρικά η γλώσσα. Είναι όσα σου θυμίζουν εκείνα που συμφώνησες με τους δικούς σου ανθρώπους, πάνε πολλά χρόνια τώρα. Είναι οι φωνές μαχαίρια που άνοιγαν τις φλέβες με το ζωντανό αίμα για να γίνουμε αδερφοποιτοί. Προδώσαμε και προδοθήκαμε κατά το δυνατόν. Λιγόστεψαν οι δικοί μας άνθρωποι. Κάπου ξέμειναν. Κάποιο γράμμα μας μας επιστράφηκε ως ανεπίδοτο. Κάποιες γιορτές οργάνωσαν και δεν μας καλέσανε. Είτε θυμώσαμε είτε κατανοήσαμε, το θέμα είναι ότι κάπως κρυώσαμε κι απομακρυνθήκαμε κι οι φωνές μας γίναν πιο μακρινές ή καθώς πρέπει. Αλλά έρχονταν κάτι απρόσμενες τυχαιότητες, ένας οδηγός λεωφορείου που ακόμα επέμενε στις παλιές κασέτες, ένα αφιέρωμα κατά τα Χριστούγεννα ή το ραδιόφωνο στην εξάντληση του καλοκαιριού, μια νύχτα. Και τότε σάλπιζε η αναπνοή τον πανικό της ακούοντας αυτά τα άγια τραγούδια. Τι να απέγινε ο δείνα; Τι κατόρθωσε από τον όρκο μας; Πώς ανατρέφει τα παιδιά του; Τι να διάλεξε να θυμηθεί ή να ξεχάσει; Αυτοί οι λίγοι που ακούγονταν στα κασετόφωνά μας τότε, είναι οι μάρτυρες για όσα μας έδιναν χαρά, ευθύνη ή έσπρωχναν το δέρμα ένα χιλιοστό πιο πέρα από το φυσικό μας σχήμα. Είναι οι διακόπτες φωτοστεφάνου. Όταν φύγουν, η τέχνη τους δεν τελειώνει μα γίνεται πιο δύσκολη η χειρονομία της φωταψίας.
Δεν είναι ο θάνατος. Έτσι κι αλλιώς, τον διασχίζαμε πέρα ως πέρα περνώντας από τα κασετάδικα στην υπόγεια διάβαση κάτω από τη Θεολογική για να πάμε στα μαθήματα ή να βγούμε στο Συντριβάνι και να δούμε τι θα κάνουμε. Ήταν γεμάτη μνήματα αυτή η καταπακτή, ρωμαϊκά κι εβραϊκά. Στις καλοκαιρινές συναυλίες στο Θέατρο Δάσους απέφευγα τον Παπάζογλου, είχε τόσο κόσμο που δεν μπορούσα να υποφέρω το θόρυβό του, τους αναπτήρες και τις αλλοφροσύνες των οπαδών. Αλλά είχε τη θέση του κοντά μου, το στούντιο στην Τούμπα ήταν δίπλα μου. Κι ο ενοριακός μας ναός, ο Άγιος Θεράπων, αύριο θα δει το ξόδι του. Τι να ένιωσαν άραγε οι φίλοι που μέχρι τα τελευταία χρόνια ψιθύριζαν τους στίχους του Ρασούλη:
"Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά
και στο Σικάγο μέσα ζει στη λευτεριά
εκείνος που δεν ξέρει και δεν αγαπά
σάμπως φταις κι εσύ καημένη
και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά";
Τίνος την απουσία;
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Nequaquam Vacuum" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
